Απολυτίκιον.
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Ρόδον εύοσμον, της παρθενίας, νύμφη άφθορος, του Ζωοδότου, αναδέδειξαι Αγάθη πανεύφημε∙ των αγαθών την πηγήν γάρ ποθήσασα, μαρτυρικώς εν τω κόσμω διέπρεψας. Μάρτυς ένδοξε, λιταίς σου θείαις αγάθυνον, τους πόθω μεγαλύνοντας τους άθλους σου.
Κοντάκιον.
Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον.
Στολιζέσθω σήμερον η Εκκλησία, πορφυρίδα ένδοξον, καταβαφείσαν εξ αγνών, λύθρων Αγάθης της Μάρτυρος∙ χαίρε βοώσα, Κατάνης το καύχημα.
Μεγαλυνάριον.
Εις οσμήν των μύρων σου των τερπνών, έδραμον Σωτήρ μου, ανεβόας τω Ιησού, νομίμως αθλούσα, Αγάθη Αθληφόρε∙ διό του σου Νυμφίου, τρυφάς τοίς κάλλεσι.